Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε
01.05.2017
  • Allgemein
  • Balkan/Βαλκάνια
  • Bücher/Βιβλια
  • Medien/Μαζικά Μέσα
  • Minderheiten, Migranten/Μειονότητες, Μετανάστες
  • Kriege, Flüchtlinge/Πόλεμοι, Φυγάδες
  • Sprache/Γλώσσα
  • Gesellschaft, Meinung/Κοινωνία, Γνώμη
  • Nationalismus/Εθνικισμοί
  • Thema/Θέμα
  • Termine/Εκδηλώσεις
  • Geopolitik/Γεωπολιτική
  • Politik/Πολιτική
  • Terrorismus/Τρομοκρατία
  • FalseFlagOps/Επιχ. με ψευδή σημαία
  • Hellas-EU/Ελλάδα-Ε.Ε.
  • Wirtschaft/Οικονομία
  • Religion/Θρησκεία
  • Geschichte/Ιστορία
  • Umwelt/Περιβάλλον
  • Korruption/Διαφθορά
  • Reisen/Ταξιδιωτικά
  • Musik/Μουσική
  • Kunst/Τέχνη, Λογοτεχνία
  • Küche/Κουζίνα
  • Εδω διαβαζετε τις καινουργιες  ελληνικες και γερμανικες εφημεριδες
    Hier lesen Sie  griechische  und deutsche Zeitungen 

    Ποιητικός αντιπερισπασμός…

    Βάιος Φασούλας

    …στην κοινωνία των παράλογων θεάτρων, τη διαφορά και των διεφθαρμένων «πολιτικών» και όχι μόνο, εμπόρων και πραματευτάδων, χαμαιλεόντων και περίσσιων άσχημων κομπάρσων

    (Ποιος είδε ή βρήκε τα χνάρια του στη ζωή)

    ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ  ΣΤ’ ΑΧΝΑΡΙΑ ΣΟΥ ΖΩΗ
    (εσύ είσαι ο μαγνήτης κι εγώ το μέταλλο)

     

    Να ξετρυπώσω θέλω τ’ αχνάρια σου…

    αν θες σε λέω Ζωή, αν θέλεις Κοινωνία…

    κι όλα να τα γυρίσω ανάποδα ετούτη τη στιγμή

    να σε παρακαλέσω, αν χρειαστεί,

    να σκούξω, αν σου ταιριάζει

    κι αν θες βροχή να δεις στα μάτια μου και έχεις ξεραθεί,

    πάλι θα τα ιδρώσω,

    αρκεί ν’ αφήσεις μια φορά τα στήθια σου ν’ αγγίξω.

     

    Να τα ανοίξω μια φορά και μέσα τους να μπω

    κι αν έχεις αίμα, όπως λέν’, πρόσωπο και καρδιά,

    μία σταγόνα θα γενώ μες στους ωκεανούς σου

    και σαν μια φθινοπωρινή βροχή π’ ακούγεται να κλαίει

    μόνο για σε θα τραγουδώ

    κι απ’ τον δικό σου τον πνιγμό τον καθημερινό,

    μια ώρα αρχύτερα το δρόμο μου θα βρω.

     

    Είμαστε ετούτη τη στιγμή οι δυο μας μοναχοί

    μέσα σ’ ένα δωμάτιο γιομάτο με κουτιά,

    λίγα απ’ αυτά είναι χρήσιμα, τα πιότερα άδεια κι άχρηστα

    και πού ’σαι, άραγε, να δεις, μήπως και το ξεχάσω,

    μοιάζεις μ’ αυτά και μάλιστα πολύ, σαν δίδυμη αδερφή,

    μυρίζεις κιόλας άσχημα και αποκρουστικά.

     

    Κι όλο σου επιτίθεμαι κι όλο σε προκαλώ

    κι αν ήμουν μάγος, φακίρης ή θεός,

    θα σ’ έκανα στα πόδια μου έστω για μια φορά,

    να σέρνεσαι με την κοιλιά διωγμένη,

    άσπονδα κι ανελέητα απ’ το ταγμένο μας παραδεισάκι.

     

    Σε βλέπω, στέκεσαι ωχρή και κλαις θεατρικά,

    σα να σ’ ακούω να μου λες λέξεις γλυκές, χαϊδευτικές,

    μα δεν καταλαβαίνω,

    μοιάζεις, συμπεριφέρεσαι, όπως η μάνα στο παιδί

    που ’κανε μια ζημιά, που το φιλά, χαϊδολογά

    και που το συμβουλεύει να μην το ξανακάνει,

    έτσι που να με πιάνει ένας έξαλλος θυμός,

    -από την ειρωνεία σου-και να θαρρώ πως είμαι ξεραμένος

    όπως το νέο κλίμα που ζητά να πιει νερό και καρτερά

    να ’ρθει μια καταιγίδα καλοκαιρινή,

    μα αντί βροχή, φέρνει στο στόμα μου σάλιο πικρό

    -τόσο που δεν τ ’αντέχω-

    οι πόνοι της ψυχής μου ακόμα κι οι σωματικοί,

    -ξέρεις, δικά σου κατασκευάσματα, δικιά σου τακτική-

    γίνονται γομολάστιχα και τραβούν στον άμορφο πίνακα

    τις χαρακιές του μηδενός

     

    όπως ο δάσκαλος στο μαθητή, που είναι σαν κούτσουρο

    οκνηρό και απελέκητο.

     

    Σε πλησιάζω γιατί έτσι τάχτηκε.

    Να είσαι εσύ ο μαγνήτης κι εγώ το μέταλλο.

     

    Με έλκεις, ανάθεμά σε, και νομίζω, πολλές φορές,

    ότι απλώνεται κάτι μπροστά μου που είναι δικό μου,

    για να δω αμέσως τη γενναιοδωρία σου και τη μεγάλη

    απλοχεριά της τυραννίας και του σαδισμού σου.

     

    Κι όλο γελάς και χαίρεσαι· χτυπάς, χτυπάς, ξαναχτυπάς

    και νιώθω όλα μου τα εξαρτήματα διαλυμένα,

    σαν τη μηλιά, που τη χτύπησε κεραυνός.

    Και πάλι σε συγχωρώ, είναι κι αυτή μια αδυναμία, βλέπεις,

    και προσπαθώ να ξεφύγω από το χάδι του εφιάλτη,

    που τις νύχτες μου τον έχω συντροφιά.

    Σε ψηλαφίζω, όπως ο νέος ψαχουλεύει τα παρθένα

    στήθια της αγαπημένης του, κι ανάβουνε και οι δυο

    απ’ τον μαγευτικό καύσωνα του έρωτα

    και ένας οίστρος καθηλώνει και διαλύει

    την αδύναμη ύπαρξή μου,

    όπως τα κύματα στα μεράκια τους συντρίβουν τη βάρκα,

    για να τη βγάλουν κάποιοι άλλοι υπηρέτες της στην άμμο.

     

    Τραβώ την άυλη κουρτίνα,

    τη γιομάτη μπογιές και μασκαραλίκια που φοράς,

    την κάνω πέρα, για να δω τον κόσμο και το θέατρο

    και αμέσως μία άλλη από βελούδο,

    μετάξι και με χρυσά κρόσσια

    παρουσιάζεται περήφανη στεφανωμένη με κείνο

    το απλησίαστο «Εγώ» σου

    και οι «καλλιτέχνες» ετοιμάζονται να παίξουν τους ρόλους

    {τους,}

    που δεν έχουν καμία διαφορά από τους κλόουν

    στο τσίρκο, που παριστάνουν τις μαϊμούδες,

    κάνοντας κωλοτούμπες να βγάλουν το ψωμί τους

    δείχνοντας τα κόκκινα μεριά τους.

     

    Ντυμένος ο τόπος της παράστασης κατά πώς ταιριάζει:

    προβολείς από πάνω, προβολείς από κάτω,

    στημένοι σε ψεύτικα πόδια και από πάνω τους

    οι γλόμποι να γυαλίζουν απ’ την ακτινοβολία

    οι φαλάκρες τους,

    λες και καταυγάζονται με εξωγήινο φως.

     

    Κι όταν καμιά φορά βραχυκυκλώνονται τα σύρματα

    και γίνεται σκότος,

    μοιάζουν σαν βιδωμένα κοκαλόδοντα σε μασέλες

    που χορεύουν κροταλίζοντας το χορό της ανθρώπινης

    ρητορείας ή σαν γύπες πάνω σε γυρτά παλούκια,

    τα αργοκαμένα απ’ την ανάσα της ερήμου

    και του χαμηλού ήλιου

    καραδοκώντας να περάσει μια εξαντλημένη καμήλα

    για να επιτεθούν.

     

    Τραβώ ακόμα μια φορά, προς την άλλη μεριά,

    την άυλη κουρτίνα και πίσω της ένας άσπρος μπερντές

    που χαζομοιάζει με σεντόνι ξεθωριασμένο.

     

    Οι λαμπάδες χύνουν το λιτό φως,

    που μοιάζει χλωμός ήλιος την ώρα που αγωνίζεται

    να σκαρφαλώσει το θαμπό ουρανίσκο του σκοταδιού

    και δείχνει να ’ναι νεκροταφείο ήσυχο,

    ήρεμο και απομακρυσμένο απ’ τους βραχυκυκλωμένους καλλιτέχνες.

     

    Να παίζουν μουσική με λαούτο, βιολί και με τραγούδια

    και οι καραγκιοζοπαίχτες να θυμίζουν

    παίζοντας και το ρόλο του λιτού σωσία

    και να αντιπαραθέτουν στην τρύπια τους κουρελού,

    που στα βασανισμένα πόδια τους σέρνεται,

    την πλούσια εγκατάλειψη και άφορη ειρωνεία

    και με αγωνία να κρατούν τα λιγοστά και ακριβά αγαθά

    που απόμειναν απ’ την θεομηνία σου,

    μοιάζοντας μάλιστα πολλές φορές με το σκύλο που τρέχει

    απεγνωσμένος να σώσει ό,τι μπορεί από αρνάκια,

    στη μεγάλη μεσονύκτια επίθεση των λύκων.

     

    Κλείνω τις κουρτίνες τρομαγμένος.

    Άλλα περίμενα να δω, άλλα είδα.

    Σε νιώθω εδώ κοντά μου και η ανάπνα σου βρώμικη

    και αποπνικτική απλώθηκε παντού.

     

    Πάλι θυμώνω

    κι όλο σε αναζητώ και απορίες μου γεμίζουν το μυαλό.

     

    Σε θωρώ σαν τη νεράιδα του παραμυθιού

    που έχει μακριά μαλλιά κι εγώ να έχω πέσει κάτω,

    στα βάραθρα του πύργου και όλο να σε φωνάζω:

    Άσπρη, σου λέω, είσαι σαν το γάλα, κόκκινη σαν το μήλο,

    το φρύδι κορακίσιο, την ομορφιά σου

    -που περνά κι εκείνη των αγγέλων-

    τη ζήλεψαν όλοι οι θεοί,

    η απλοχεριά σου χύνεται σαν λάβα στους πυρωμένους

    δρόμους, στους κάμπους, στις θάλασσες

    και στους ωκεανούς, περνάει και ξεχύνεται σε πολιτείες

    και σ’ όλα τα χωριά

    και πάνω στα μαλλιά σου, που είναι κυματιστά,

    σπάζουν, πριχού αρχίσουν να πρήζονται του νέου

    αγράμπελου άγουροι μαστοί

    και κείνες σαν χρυσόχλομες του ήλιου οι ματιές,

    παράξενα θολώνουν στου κάλλους σου ομορφιά

    και απ’ το στραφτάλισμά σου,

    κι εγώ να σε κράζω, να σε κράζω

    ρίξε μου τα σε παρακαλώ, ν’ ανέβω, να σωθώ.

     

    Χαμογελάς, σκύβεις να δεις και όλα χάνονται με μιας,

    παίρνεις άλλη μορφή, που ξεπερνάς όλων των εποχών

    τις μάγισσες, τα τέρατα, τους δράκους

    κι όλο γελάς, γελάς, αχ!

    Αχ! Και να ’ξερες, ότι ξεπέρασες και τον πιο τελευταίο σκλάβο, που πάντα είχε μέσα του της λευτεριάς πνοή,

    μα εσύ όλα τα ξέχασες, απ’ την υποταγή.

    Γιατί τάχα να είναι έτσι;

     

    Πνίγομαι στους παραλληλισμούς και στους συλλογισμούς,

    στοχάζομαι καμιά φορά και μοιάζω το φαντάρο,

    που ξέχασε το όπλο του πριν πάει στη σκοπιά,

    και πάλι σε συγχωρώ.

     

    Σου δίνω μορφή, μου έμαθες εσύ, σε κάνω μάνα, πατέρα,

    γυναίκα, παιδί, σε φωνάζω παππού,

    προσπαθώ ν’ ανέβω στο δικό σου επίπεδο,

    σ’ αυτό που παλιά αχνοπρόβαλε γεμάτο αγάπη, αρετή

    κι αυτό που αντικαταστάθηκε από κάτι χειρότερο

    κι απ’ την προπατορική αμαρτία,

    εκείνη που φοβήθηκε ο Θεός και έδιωξε.

     

    Σε ονομάζω προπάππου, προγιαγιά, γυρνώ πολύ πίσω,

    κάπου σε συναντώ, σαν ένα λιόγερμα του ουρανού,

    με ένα πρόσωπο ήρεμο και πράο

    κι εκεί άρχισαν οι ορέξεις των μακελάρηδων

    να διευρύνονται και να ετοιμάζονται για τη μεγάλη σφαγή

    κι εκεί, σαν αστραπή χάνεσαι ξαφνικά

    στους όμορφους ορίζοντες του Σύμπαντος.

    Πάλι ξαναγυρνώ, σε κάνω εγγονή,

    θέλω να σε δω και δισέγγονη,

    φεύγει η ψυχή, γίνεται πουλί με άυλα φτερά,

    πλανιέται και πάλλεται στην απεραντοσύνη,

    προσπαθώ να δω σε μια φλογισμένη ανατολή

    στο πρόσωπό σου τυχόν αλλαγή,

    τα σύννεφα χοντρά, σαν καρβέλια φουσκωτά,

    ρίχνουν λυσσαλέα και καταδιωκτικά ραπίσματα,

    γυρνώ πάλι εδώ, αυτή τη στιγμή που είμαστε μαζί,

    εγώ κι εσύ.

     

    Πέρασε το ταξίδι μου μεταξύ σφύρας και άκκμωνος,

    η καρδιά μου χτυπά σαν αραβικό ταμπούρλο,

    ιδρώτας, διέγερση και κάποιος πανικός,

    πρώτη μου φορά νιώθω έτσι, πέρασα τον αντιπερισπασμό,

    γλιτώνω από αφύσικο πνιγμό και αναρωτιέμαι

    για άλλη μια φορά αν όλα αυτά που νιώθω,

    είναι πραγματικά.

     

    Όλα αυτά και άλλα πολλά έχουνε όγκοι μαζευτεί,

    μοιάζουν πολλές φορές σαν φαλακρά βουνά,

    που μέσα στα στήθια τους, όταν ανακατεύονται,

    καθώς βρυχιούνται ξερνάνε πυρκαγιά.

     

    Λογικεύτηκα και είδα πως είναι πιο εύκολο να δω

    τον ήλιο σαν σμάλτινη πανσέληνο

    ή να του ζητήσω ν’ αλλάξει πορεία ή τ’ αστέρια να πέσουν να πνιγούν σ’ ανθρώπινη λησμονιά,

    παρά να σε φέρω στα νερά μου.

     

    Ξέρασα ωστόσο κι εγώ με σιωπηλή συγκίνηση

    και απόβαλα από μέσα μου ξόρκια και δεινά

    και αρχίζω πάλι να σε θαυμάζω,

    ίσως για μια ακόμα φορά, δίνοντας μια ευχή!

     

    Ένα πουλί ήρθε και στάθηκε στο ανοιχτό παράθυρο

    με τις μαζεμένες κουρτίνες.

     

    Από κει που μπορείς να δεις καθαρά τον κόσμο,

    την πρόοδό του, τον πολιτισμό του, ενσωματωμένο πιστά

    στα κοινωνικά λειτουργήματα και διατάξεις,

    αυτές που υπαγορεύονται και επιβάλλονται, να πάλλονται

    κι αυτές μέσα στο στρόβιλο της κάθε μιας καταιγίδας,

    εκείνων που δεν πέφτουν από πάνω, αλλά αντίστροφα.

     

    Λάλησε μια φορά το πουλί στη γλώσσα του

    και πέταξε τρομαγμένο,

    την ώρα που τραβούσα να κλείσω καλά

    τις ανοιχτές κουρτίνες του θεάτρου.

    (Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή του Β. Φ.)

    ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΣΤ’ ΑΧΝΑΡΙΑ ΣΟΥ ΖΩΗ

    Βάιος Φασούλας
    Ε.Ο. Καλαμπάκας 134
    42131 ΤΡΙΚΑΛΑ
    τηλ: +30 24310 72132
    www.fasoulas.de
    pelasgos@fasoulas.de

    Einen Kommentar schreiben / Γράψτε ένα σχόλιο

    Kommentar

    Υποστηρίξτε το
    BERLIN-ATHEN.EU!

    Υποστηρίξτε και εσείς με μια δωρεά το δημοσιογραφικό έργο του berlin-athen.eu!
     
    Unterstützen Sie
    BERLIN-ATHEN.EU!

    Unterstützen Sie die journalistische Arbeit von berlin-athen.eu finanziell mit Ihrer Spende!